Monday, April 7, 2008

ΙΕΡΕΣ ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ


   

 ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ 
  Όρθρος 7.00

Παρακλήσεις 19.00


ΜΕΓΑΛΕΣ ΕΟΡΤΕΣ
 
   Όρθρος - Θεία Λειτουργία 7.00

ΣΑΒΒΑΤΟ

Όρθρος - Θεία Λειτουργία 7.00 

 ΚΥΡΙΑΚΕΣ

Όρθρος - Θεία  Λειτουργία  7.00

Δεύτερη Θεία Λειτουργία  10.30
.

Posted by Ενορία Προφήτη Ηλία Παγκρατίου in 10:57:03 | Permalink | No Comments »

Κείμενα

.
Ἡ ψύξη τῆς ἀγάπης καί ἡ πλανεύτρα ἐποχή μας.
Οἱ καθυστερημένοι τοῦ Θεοῦ καί τά θεϊκά ραντεβού.

Ἡ στενοχώρια ἀπορρέει ἀπό τήν ἐγωκεντρική διάθεση. Ὅταν ἀσχολεῖσαι μέ τούς ἄλλους ἀνιδιοτελῶς καί ἀγαπητικῶς, ἀπό μεγάλο φιλότιμο, εἶσαι σέ μεγάλη ἀγωνία, σέ ἔνταση, σέ λαχτάρα, σέ ἐγρήγορση, σέ πόνο καί θλίψη, ὅμως ποτέ σέ στενοχώρια. Ὅταν στρέφεσαι στόν ἑαυτό σου καί ἀσχολεῖσαι φίλαυτα μονάχα μέ τήν «πάρτι σου», νιώθεις τή στενοχώρια νά σέ χτυπᾶ. Αὐτό τό βίωμα τό ἔχω ζήσει πολλές φορές. Ὅ,τι ἔχει σχέση μέ τόν ἑαυτό μου καί τά ἀγαθά μου συχνά μοῦ προξενοῦν μια στεναχώρια πού μέ ἀποδυναμώνει ἤ μέ θυμώνει καί μέ ἐξοργίζει. Ὅ,τι ἔχει σχέση ἀποκλειστικά μέ τούς ἄλλους καί «τρέχω» νά ἐξυπηρετήσω, νά βοηθήσω, νά ἐνισχύσω, μοῦ δίνει χαρά, δύναμη, ἐνθουσιασμό, ζωντάνια, ἔνταση. Ἐκεῖ βλέπω τίς θαυμαστές ἐπεμβάσεις τῆς πρόνοιας τοῦ Θεοῦ. Τά θαυμάσια τῆς παντοδυνάμου παρουσίας Του στή ζωή μας. Γι’ αὐτό ὁ ἀπ. Παῦλος θά πεῖ: «ἐν παντί θλιβόμενοι ἀλλ’ οὐχί στεναχωρούμενοι» (Β΄ Κορ. δ΄, 8). Καί ὁ π. Παΐσιος ἔλεγε: «Νά βγαίνουμε ἀπό τόν ἑαυτό μας ἀπό ἀγάπη γιά τούς ἄλλους».
Ἡ ἐποχή μας γέμισε πλάνες. Πλανηθήκαμε ἐξ ὁλοκλήρου. Ὅλος ὁ κόσμος ἔχασε τόν μπούσουλα. Χάσαμε τά οὐσιαστικά καί κυνηγᾶμε τά ἀνούσια. Μᾶλλον ἀγνοοῦμε τά βασικά καί στενοχωριόμαστε γιατί δέν ἔχουμε ὅλα τά ἀσήμαντα πού ἐπιθυμοῦμε. Ὅλοι οἱ πόλεμοι γίνονται γιά τά παροδικά καί πρόσκαιρα, γιά τά ἐφήμερα καί φθαρτά. Ἐδῶ χάσαμε τήν ἀγάπη, καί ψάχνουμε νά βροῦμε τί θά κάνουμε, ποιο δρόμο θά ἀκολουθήσουμε. Μά ἕνας εἶναι ὁ δρόμος· αὐτός τῆς ἀνιδιοτελοῦς θυσίας, τῆς ἀγαπητικῆς συνύπαρξης μέ τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο. Κάνε ὅ,τι θές, ἀρκεῖ νά κινεῖσαι καί νά προσεύχεσαι. Τότε ἁγιάζονται ὅλα ὅσα κάνεις. Ὅ,τι καί ἄν κάνεις ἀποκτᾶ χάρη, διάρκεια, ὀμορφιά. Οἱ φιλότιμες ψυχές πού ταπεινώνονται ἀπό τούς ἀνθρώπους καθώς δέν προλαβαίνουν ὅλα τά διακονήματα καί πηγαίνουν καθυστερημένοι λαμβάνουν πολλή χάρη καί εὐλογία ἀπό τό Θεό. Εἶναι οἱ καθυστερημένοι τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἦταν καί ὁ καλός Σαμαρείτης πού πῆγε ἀργοπορημένος στό καθήκον του, ἀφού ἀσχολήθηκε ἐπ’ ἀρκετόν μέ τόν πληγωμένο, ἄγνωστο ἀδελφό του. Ἔστειλα σέ ἕναν ἀπελπισμένο φίλο μου τό ἐξῆς μήνυμα μέ τό κινητό : «Πωπω, ἡ χαρούμενη ὑπακοή πόσο εὐλογεῖ! Θαυμαστές συναντήσεις. Καθυστερημένος ἕνεκεν ἀγάπης καί γι΄ αὐτό συγχρονισμένος μέ τόν χρόνο τοῦ Θεοῦ». Αὐτό τό ἔζησα σήμερα : Ὁ π. Κάλλιστος, κτήτορας τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου Ἄνω Γλυφάδος, τό μεσημέρι μέ εἶχε παρακαλέσει νά πάω σέ ἐκδήλωση ἀφιερωμένη στόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο πού θά ὀργάνωνε ἡ Ἀποστολική Διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἐλλάδος σέ αἴθουσα τῆς Στοᾶς τοῦ Βιβλίου στό κέντρο τῆς Ἀθήνας (ὀδός Πεσματζόγλου). Εἶχα ἀγωνία νά προλάβω. Ὅμως προέκυψαν ἐμπόδια πού τελικά ἦσαν εὐλογημένα καθώς «κάθε ἐμπόδιο γιά καλό». Τά πράγματα ἐξελίχθηκαν ὡς ἐξῆς : Ἀπ΄ τό πρωί μέ ἀναζητοῦσε στό κινητό τηλέφωνο ὁ κ. Νίκος. Ἤθελε νά μοῦ ἀνακοινώσει μία συνάντηση πού θά πραγματοποιείτο μετά ἀπό τρεῖς ἡμέρες στόν Ἄλιμο ὄσον ἀφορᾶ στό ἴδρυμα τῆς Γερόντισσας Εὐλογίας. Ἀφού μοῦ μίλησε γιά τή συνάντηση τηλεφωνικά, τό ἀπογευματάκι πήγα στό ναό γιά ἐξομολόγηση. Ὑπολόγιζα νά ἔχω τελειώσει κατά τίς ἑπτά γιά νά εἶμαι στίς ἑπτάμισι στό «Χρυσοστομικό Συμπόσιο». Καί πάλι ὅμως καθυστέρησα. Ἐκτάκτως ἐμφανίστηκαν ἄλλα δύο ἄτομα γιά ἐξομόλογηση. Ἔφτασα καθυστερημένος γύρω στίς ὁκτώμισι. Μέ περίμενε κάτι ἀναπάντεχο : Τήν ὤρα πού κατέβαινα τίς σκάλες τῆς αἴθουσας, ἀποχωροῦσε ὁ κ. Νίκος! Τοῦ μίλησα γιά τίς θαυμαστές συμπτώσεις καί γιά ἕνα ἄρθρο μου σχετικό στήν ἐφημερίδα «Στύλος Ὀρθοδοξίας». Χάρηκε καί ἔνιωσα πώς κάποιοι ἀρνητικοί λογισμοί του γιά τό πρόσωπό μου ἐξαφανίστηκαν. Μοῦ ζήτησε μέ λαχτάρα τήν ἐφημερίδα! Εἶχα νά τόν δῶ τόσον καιρό… Στήν ἐπιστροφή γιά τό Παγκράτι συνάντησα μια παλιά ἐθελόντρια τοῦ Γηροκομείου μας. Εἶχε σκανδαλισθεῖ μέ ἕναν ἱερέα πού πρίν λίγες ἡμέρες τήν εἶχε περιφρονήσει, ἐνώ βρισκόταν σέ μεγάλη ἀνάγκη. Χάρηκε μέ τήν ἀπρόσμενη συνάντηση. Ἦταν ἐγκάρδια καί εἴπαμε πώς θά συζητούσαμε ἐκτενῶς ἕνα ἀπόγευμα στό ναό. Μέσα ἀπό συζητήσεις μέ ἐνορίτες αὐτές τίς ἡμέρες τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς ἄρχισα νά νιώθω βαθιά μέσα μου πώς ἡ πλάνη καί τό μπέρδεμα ἔχουν γιγαντωθεῖ στήν ἐποχή μας. Δέν εἶναι τυχαῖο πού ὁ π. Πορφύριος ἔλεγε: «Θά  ‘ρθεῖ μωρέ ἡ ἐποχή πού θά δοῦμε ὁλόφωτο τό χάος μπροστά μας, καί θά ποῦμε ‘ὅλοι πίσω, ὅλοι πίσω, πλανηθήκαμε’. Καί θά γυρίσουμε στόν Χριστό». Ὁ Γέροντας δέν λέγει ‘ἁμαρτήσαμε’ ἀλλά ‘πλανηθήκαμε’. Δηλαδή θά λέμε τό ἴσιο στραβό καί τό στραβό ἴσιο. Ἐνῶ ὁ ἁμαρτωλός νιώθει βαθιά τήν ἁμαρτία του, καί μετανοεῖ καί καθαρίζεται, ὁ πλανεμένος, καυχᾶται γιά τή βρομιά του, ἐνῶ οἱ ἄλλοι ὅταν περνοῦν ἀπό κοντά του «κλείνουν τίς μύτες τους». Καί μία ἁγία παιδούλα ἡ Ἐλέναμπα ἡ προορατική, στίς ἀρχές τοῦ περασμένου αἰώνα ἔλεγε: «Κάποτε ὁ κόσμος θά μπερδευτεῖ φυλετικά κάι πνευματικά» (Ἀσκητές μέσα στόν κόσμο). Γιά νά δέσω τόν λόγο θά ἀναφέρω τρεῖς ἱστορίες. Οἱ 2 εἶναι ἀληθινές καί ἡ μία φανταστική.
Πρίν λίγες ἡμέρες συνομιλοῦσα μέ μία κυρία. Μοῦ εἶπε τόν πόνο της: «Ξέρεις, πάτερ, εἴμαστε 10 ἀδέλφια καί τόν τελευταῖο χρόνο προέκυψε μεταξύ μας φαγωμάρα καί ἔνταση. Δέν ‘μιλιόμαστε’ οἱ περισσότεροι. Καί αἰτία, ἕνα ἐκκλησάκι!!! Εἴπαμε νά τό φτιάξουμε σέ ἕνα κτῆμα πατρογονικό, εἰς τιμήν καί μνήμην τοῦ πατρός μας, τοῦ ἀείμνηστου, ἀλλά μαλώσαμε γιά τήν ὀνομασία, γιά τό πότε θά ἑορτάζει. Εἴμαστε γιά γέλια καί γιά κλάματα». «Πές το ψέματα, τῆς ἀπάντησα. Καλά, τό ἐκκλησάκι ἔγινε αἰτία τέτοιας ἀντιπαλότητας; Παιδί μου, ἔπρεπε πρῶτα νά φτιάξετε τό ἐκκλησάκι τῆς καρδιᾶς σας καί μετά τό ξωκκλήσι. Διότι ἄν δέν γίνουμε ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἰς μάτην κοπιῶμεν. Χτίζουμε ἄψυχα πράγματα πού ἀντί νά μᾶς σώσουν, γίνονται αἰτία διαζυγίων».
Θυμήθηκα μία εὐχή ἀπό τήν προηγιασμένη Θεία Λειτουργία:
«… ὅπως ἐνοικοῦντος ἐν ἡμῖν καί ἐμπεριπαντοῦντος τοῦ Λόγου σου, Κύριε, γενώμεθα ναός τοῦ Παναγίου καί Προσκυνητοῦ σου Πνεύματος, λελυτρωμένοι πάσης διαβολικῆς μεθοδείας…» (Εὐχή μετά τό ἀποτεθῆναι τά ἅγια ἐν τῇ ἁγίᾳ τραπέζῃ) Ἐχθές πῆγα σέ ἕνα σπίτι νά τελέσω ἁγιασμό. Ἡ κυρία Ε. ἦταν περίλυπη. Ἡ ἀδελφή της Χ. σέ ἡλικία 50 ἐτῶν αὐτοκτόνησε. Κρεμάστηκε μέσα στό σπίτι της, στό ὑπέροχο δῶμα πού διέθετε, καθώς ἔπασχε ἀπό βαριά μορφή σχιζοφρένειας. Μετά τόν ἁγιασμό ἡ Εὐαγγελία μοῦ μίλησε γιά τήν ἀδελφή της:  «Πάτερ, ἡ ἀδελφή μου ἦταν διάνοια. Εὐφυέστατη καί πρωτοπόρα στή σκέψη. Αὐτά πού τώρα καταλαβαίνω, αὐτή τά ἀντιλαμβανόταν σέ ἡλικία 14-15 χρονῶν. Μάλιστα σέ ἡλικία 10 ἐτῶν εἶχε μιλήσει γιά τήν ἀποκάλυψη, τό ξεκλείδωμα τοῦ D.N.A. μέ ἐπιτυχία. Αἰσθανόταν τήν κακία τῶν ἀνθρώπων, ἐνῶ ἐγώ ἤμουν ἀγαθοβιόλα. Δέν πονηρευόμουν. Βέβαια, εἶχα μία καλή σχέση μέ τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας ἐνῶ ἡ ἀδερφή μου ὄχι καί τόσο. Ὅμως ἦρθαν δύο κρίσεις στή ζωή της πού τή σημάδεψαν. Ἡ πρώτη μέσα ἀπό τό σπίτι, ἀπό τόν κακότροπο, τσιγκούνη πατέρα μας, πού τελικά μᾶς ἐγκατέλειψε, καί ἡ δεύτερη ἀπό τό σχολεῖο, οἱ συμμαθητές κορόιδευαν τήν ἀδελφή μου ἐπειδή ἦταν διάνοια καί μιά φορά ὁ καθηγητής τήν ἐκμεταλλεύτηκε. Ἀπό τότε ἄρχισε τό δράμα της. Εἶχε μανία καταδίωξης. Νόμιζε πώς ὅλοι τήν ἐπιβουλεύονται. Ἔχασε τίς σπουδές της, ἄρχισαν τά φάρμακα καί ἐδῶ σέ αὐτό τό ὡραῖο σπίτι, τό φωτεινό, τό ἡλιόλουστο, τό εὐάερο, πού ἔχει θέα στόν Λυκαβητό τήν Ἀκρόπολη, τόν Ὑμηττό καί τόν Προφήτη Ἠλία, κρεμάστηκε». Πικρά λόγια, γεμάτα πόνο, ἀλλά καί μέ φοβερές ἀλήθειες. Καί στήν τηλεόραση λίαν πρωί στήν ἐκπομπή τοῦ «Ἀφτιά» ὁ καθηγητής ἐμαίνετο πώς ὅλα τά προβλήματα λύνονται μέ τήν ἐπιστημονική γνώση. Κανείς δέν ἄκουγε τόν πολύτεκνο ἱερέα π. Γεώργιο Χιωτάκη πού ἀπό τό παράθυρο τῆς ἐκπομπῆς φώναζε:  «ΜΕ ΤΗΝ ΑΓΑΑΑΠΗΗ»!!!
Νά πού ἡ θλιβερή ἱστορία τῆς ταλαίπωρης κόρης, ἦρθε τήν ἴδια μέρα νά δείξει ἐμπειρικά, τό σάπιο τῶν λόγων τοῦ ἐπιστήμονα. Καί βέβαια ἡ ἐπιστήμη βοηθᾶ τόν ἄνθρωπο, ὅμως δέν τόν λυτρώνει, δέν τόν βγάζει ἀπό τά πνευματικά καί ψυχικά ἀδιέξοδά του.
Ἡ κοπέλα εἶχε γνώση καί εὐφυία. Ὅμως αὐτά ὄχι μόνο δέν τή βοήθησαν ἀλλά ἔγιναν τροχοπέδη στή ζωή της. Ἡ κοσμική γνώση μόνο ἄν συνοδεύεται ἀπό τήν πνευματική, σέ ἀπεγκλωβίζει ἀπό τά προβλήματά σου. Ἡ ἀγαθότητα τῆς Εὐαγγελίας τήν προστάτεψε ἀπό τά ψυχολογικά προβλήματα. Ἡ κοσμική γνώση τῆς Χ.. ὄχι μόνο δέν τήν φύλαξε ἀλλά τῆς αὔξησε τά ψυχικά προβλήματα καί ἔτσι εἶχε ἄδοξο τέλος, ὅμως σίγουρα τυραννικό καί μαρτυρικό.  Ὁ γ. Πορφύριος ἔλεγε, πώς ἡ ἀγαθή διάθεση προκαλεῖ ὑγεία στήν ψυχή ἐνῶ τό παράπονο, ἡ γκρίνια ἡ πίκρα, τό μαράζι ἀρρωσταίνουν αὐτή. Ἡ πνευματική γνώση σέ βοηθᾶ νά δεῖς πιό βαθιά τόν ἄνθρωπο. Ἀρχίζεις νά τόν κατανοεῖς, νά τόν λυπᾶσαι γιά τά πάθη του, νά προσεύχεσαι νά γίνει καί αὐτός μέτοχος τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, νά γνωρίσει τό φῶς τοῦ Εὐαγγελίου. Ἔτσι προστατεύεσαι καί δέν ἀφήνεις ἡ κακή ἐνέργεια τοῦ ἄλλου νά εἰσβάλει στή ζωή σου, γιά νά φτάσεις στήν ψυχοπάθεια.
Κλείνουμε μέ μία τελευταία ἱστορία πού δείχνει πόσο μάταιες εἶναι ὅλες οἱ συγκρούσεις τῆς ἐποχῆς μας, ἀφοῦ ὅλα γίνονται γιά μία φλούδα της, δηλ. γιά τίς φλοῦδες.
Ἄς φανταστοῦμε πώς ἕνα κοινόβιο μοναστήρι εἶναι μικρογραφία τοῦ κόσμου. Ὁ Χριστός μας ἔτσι ἤθελε νά λειτουργοῦμε· ὅπως σέ ἕνα κοινόβιο ἰδεατό. Ὁ καθένας νά ἔχει τό διακόνημά του, νά ὑπάρχει ὑπακοή στόν προεστώτα, μέ κοινή τράπεζα, κοινό ταμεῖο. Μία καρδιά, ἕνα πνεῦμα ἀγάπης, ὅλοι. Ἄς ποῦμε λοιπόν πώς σέ αὐτό τό κοινόβιο ζεῖ ἕνας μοναχός, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀμελήσει ὅλα τά πνευματικά του καθήκοντα. Δέν πάει στίς ἀκολουθίες δέν νηστεύει δέν προσεύχεται δέν ἀγαπᾶ οὔτε τόν ἡγούμενο οὔτε τούς μοναχούς, δέν ὑπακούει δέν ἀγρυπνᾶ. Καί γιατί λέτε στενοχωριέται; Γιατί ὁ ἡγούμενος τοῦ ‘πε νά ἀσχοληθεῖ μέ τούς κήπους ἐνῶ αὐτός ἤθελε νά ἀσχολεῖται μέ τήν τράπεζα καί τά φαγητά.
Ἔτσι κάπως ζοῦμε σήμερα ὅλοι μέσα στόν κόσμο. Τρωγόμαστε γιά ὅλα καί δέν ἔχουμε πάρει χαμπάρι πώς οἱ ψυχές μας ἔχουν βαθιά μεσάνυχτα καί ἔγιναν ξένες μέ τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο. Καί ἄς λέει ὁ Χριστός: «Τί γάρ ὠφελεῖται ἄνθρωπος ἐάν τόν κόσμον ὅλον κερδήσῃ, τήν δέ ψυχήν αὐτοῦ ζημιωθῇ» Ὁ ἅγ. Ἀρσένιος ὁ Καππαδόκης λίγο πρίν ξεψυχήσει εἶχε πεῖ: «Τήν ψυχή, τήν ψυχή νά κοιτᾶτε, τό σῶμα τό σκουλίκια θά τό φᾶνε».  Ἀδελφοί μου, ἄς ἐπανέλθουμε στόν ὀρθόδοξο δρόμο. Ἄν χάσουμε τό κεφάλι, τί νά κάνουμε τό σῶμα. Εἶναι ἄχρηστο. Κεφαλή μας εἶναι ὁ Χριστός. Καί ὁ Θεός μας ἀγάπη ἐστί.
Καί ἀγάπη εἶναι νά παρατᾶς τό μαγαζί σου καί νά τρέχεις νά μαζέψεις ἕναν πληγωμένο ἀδελφό, λέγοντας στόν δρόμο: «Τί καί ἄν μέ κλέψουνε. Νά σώσουμε τόν ἄνθρωπο».
Εἶδα μία ρώσικη ταινία προχθές πού μέ ἐντυπωσίασε: «Τό νησί»· μέ τόν π. Ἀνατόλιο, τόν διορατικό ἅγιο· ὅλος ὁ κόσμος ἔτρεχε νά πάρει τή θαυματουργή εὐχή του. Ζοῦσε σέ ἕνα λεβητοστάσιο τοῦ Μοναστηριοῦ καί ὅλη μέρα κουβαλοῦσε κάρβουνα ρίχνοντάς τα στή φωτιά γιά νά ἔχει θέρμανση ἡ μονή. Ἦταν τελείως ἐλεύθερος ἀπό ὅλα. Μία παλιά πράξη του, τόν εἶχε συντρίψει. Πιεζόμενος ἀπό ἕναν Γερμανό, εἶχε πυροβόλησε τόν καπετάνιο του. Νόμιζε πώς τόν εἶχε σκοτώσει, ὅμως αὐτός ζοῦσε. Μού ἔμεινε μία σκηνή. Σέ μία φάση κάποια γυναίκα πάει κοντά του. Ρωτᾶ γιά τόν ἄνδρα της πού τόν ἔχει χάσει 30 χρόνια. Ἔζησε μόνο 6 μῆνες μαζί του καί τόν λάτρευε. Ἔτσι ἔλεγε. Ὁ π. Ἀνατόλιος τῆς λέγει: «δέν κάνουμε μνημόσυνα σέ ζωντανούς. Ὁ ἄνδρας σου ζεῖ στή Γαλλία. Πήγαινε νά τόν δεῖς πρίν ξεψυχήσει. Ἡ ψυχή του σέ ἀναζητᾶ. Γι’αὐτό τόν βλέπεις στόν ὕπνο σου νά βογγᾶ». Αὐτή σάστισε. Ἄρχισε νά διαμαρτύρεται: «Καί ποῦ θά ἀφήσω τά γουρούνια, τό σπίτι, τή δουλειά;»
Πόσο λίγο ἀγαποῦσε τόν ἄνδρα της; Λίγοτερο ἀπό τά γουρούνια. Ὁ π. Ἀνατόλιος τῆς ἀντεῖπε: « Πούλα τα ὅλα καί φύγε. Δέν θά χάσεις». Χαριτώμενη καί ὠφέλιμη ἱστορία. Πόσο ἡ γυναίκα ἀγαποῦσε τόν ἄνδρα της; Μέχρι ἐκεῖ πού δέν εἶχε  χασούρα. Μά ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ λέγει νά πεθάνω ἐγώ γιά νά ζήσει ὁ ἀδελφός μου. Δέν στοχεύουμε τόσο ψηλά. Τουλάχιστον ἄς σεβόμαστε ὁ ἕνας τόν ἄλλο, ὡς εἰκόνες Θεοῦ πού εἴμαστε καί ἄς μήν ἀφήνουμε τά «ἄλαλα καί τά μπάλαλα» (ἅγ. Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός) νά κουμαντάρουνε τίς ζωές μας. Ὅσο ἀξίζει ἕνας ἄνθρωπος δέν ἀξίζουν ὅλες οἱ γνώσεις κι οἱ περιουσίες τῆς γῆς. Δυστυχῶς, ἡ εποχή μας ἔχει ἕνα χαρακτηριστικό: Ὅλη ἡμέρα μαστορεύουμε τό σπίτι τοῦ ἀσθενοῦς καί δέν πήραμε χαμπάρι πώς ὁ ἀσθενής  πέθανε… Θεέ μου, πῶς ξέφτισε ἔτσι τό ἀνθρώπινο γένος; Γιατί ὁ ἄνθρωπος ἔγινε ἀπάνθρωπος; Πῶς γίνεται νά λαχταρᾶμε τά φθαρτά καί νά ἀδιαφοροῦμε γιά τά ἄφθαρτα; Γιατί ἀγαποῦμε ἐμπαθῶς ἕνα τμῆμα τῆς ἀλήθειας καί ὄχι τό ὅλον; Νά ἡ ἁμαρτία πῶς γεννιέται· ἁμαρτία εἶναι ἡ θεοποίηση ἑνός μέρους τῆς ἀληθείας. Ἄν ἀγαπᾶς ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος εἶναι ἁγιότητα. Ἄν ὅμως ἀγαπᾶς ἕνα τμῆμα του, εἶναι ἁμαρτία. Ἀπό ἐδῶ ξεκινοῦν οἱ ἔριδες, οἱ ζήλιες, οἱ πόλεμοι. Ὁ ἅγιος ἀγαπᾶ τό ἔθνος του, ἀλλά ἰσόποσα καί τά ἄλλα ἔθνη. Ἐνῶ ὁ ἥρωας ἀγαπᾶ τό ἔθνος του πάνω ἀπό τά ἄλλα ἔθνη. Βέβαια ὑπάρχουν καί ἐξαιρέσεις.  Ὁ Θεόδωρος  Κολοκοτρώνης ἀγαποῦσε καί τούς ἐχθρούς του. Ἔλεγε γιά τούς Τούρκους: «Καί αὐτοί ἔχουν φύσημα Θεοῦ» καί πονοῦσε ὅταν τούς χτυποῦσε.
Θά πῶς κάτι σοβαρό γιά ὅλους ἐμᾶς τούς χριστιανούς. Πηγαίνουμε στίς ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας μας, τελοῦμε τά μυστήριά της. Λαμβάνουμε Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ. Εἴμαστε δηλαδή Χριστοφόροι. Φέρουμε μέσα μας τόν Χριστό. Ὅμως ἄς κάνουμε ἕνα «τέστ» νά δοῦμε ἄν ὄντως ἔτσι ἔχουν τά πράγματα. Μόλις βγοῦμε ἀπό τούς ναούς, στά πρόπυα μᾶς ἀναμένουν οἱ πτωχοί, οἱ ἄστεγοι, οἱ ἄποροι. Κανονικά ἀφοῦ φέρουμε ἐντός μας τόν Χριστό, πρέπει νά «σχιστεῖ» ἡ καρδιά μας μέ τό θέαμα αὐτῶν τῶν ταλαίπωρων. Ἄν δέν τούς πονέσουμε, σημαίνει πώς δέν εἴμαστε Χριστοφόροι, ἀλλά νεκροφόροι. Παρατηροῦσα μια λυγερόκορμη λεύκα ἔξω ἀπό τό σπίτι μου. Σφηνωμένη μέσα στά μπετά, ἀνάμεσα στό πεζοδρόμιο καί στό δρόμο. Δίχως χῶμα γύρω της. Κί ὅμως τόσο ὄμορφη! Ψηλή, 15 μέτρα σχεδόν, λές καί ἕνα ἀόρατο χέρι τήν εἶχε περιποιηθεῖ. Δίχως ἀμετρίες καί κλαδιά νά προεξέχουν. Καταπράσινη καί παρότι παρατημένη, φαινόταν πώς κάποιος τήν εἶχε κλαδέψει συμμετρικά. Ταπεινώθηκα μπροστά της. Ἑμεῖς τόσα ξέρουμε, ποτιζόμαστε ἀπό τά νάματα τῆς γνώσεως, τῆς θεϊκῆς διδασκαλίας καί ὅμως εἴμαστε τόσο ἄτσαλοι. Τά λόγια μας τρυποῦν. Ἔχουμε ξεραθεῖ. Μέ τόση φροντίδα… Κρίμα! Ὅλα μᾶς διδάσκουν τήν ταπείνωση. Τήν ἀρετή πού ἀνοίγει τόν Παράδεισο. Χρειαζόμαστε ἀκόμη πολλή δουλειά…

Posted by Ενορία Προφήτη Ηλία Παγκρατίου in 09:36:44 | Permalink | No Comments »