Ἀγαπητοί μου ἐνορίτες, οἱ αὐτοκρατορίες ἀλλάζουν, οἱ λαοί μετακινοῦνται, οἱ γλώσσες ἀνακατεύονται, οἱ πολιτισμοί συμφύονται, τά ἔθνη ἀναμειγνύονται. Ποιός ὁ δικός μας ρόλος; Ποια ἡ θέση μας πάνω στή γῆ; Μά ἐμεῖς εἴμαστε ὡς ἄνθρωποι τοῦ Χριστοῦ τό Φῶς τοῦ κόσμου καί τό ἄλας τῆς γῆς. Καλοῦμαστε νά φωτίσουμε τό σκοτάδι, ὄχι νά τό μετακινήσουμε γιά νά ἔρθει στή θέση του ἕνα πιό πυκνό ἀπό τό προηγούμενο. Πάντοτε ἕνας καίσαρας θά βρίσκεται πάνω ἀπ’ τό κεφάλι μας. Ὁ Χριστός ἦταν σαφής : «Τά τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι, τά τοῦ θεοῦ τῷ Θεῷ» (Ματθ. κβ΄, 21). Καί ὁ Παύλος, ὁ μέγας ἁπόστολος τῶν ἐθνῶν, μᾶς καλεῖ νά σεβόμαστε τίς ἐξουσίες. «Πᾶσα ψυχή ἐξουσίαις ὑπερεχούσαις ὑποτασσέσθω» (Ρωμ. ιγ΄, 1). Ἑμεῖς δέν ἤρθαμε νά ἀνατρέψουμε ἐξουσίες, ἀλλά γιά νά ἐτοιμάσουμε τούς ἀνθρώπους γιά τήν μόνιμη οὐράνια πολιτεία μας. «Οὐκ ἔχομεν ὦδε μένουσαν πόλιν, ἀλλά τήν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν» (Ἐβρ. ιγ΄, 14). Ὁ ἀέναος κύκλος τῶν ἀλυσιδωτῶν ἐπαναστάσεων, κατά τῶν κρατῶν καί τῶν ἐθνῶν, πού ἔχει καταγράψει ἡ ἱστορία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, μόνο μέ τήν ἐπανάσταση κατά τῶν παθῶν θά σπάσει. Γι’ αὐτό ὅποιος ἔζησε τήν Ἀνάσταση τοῦ θεανθρώπου στή ζωή του δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό καμία ἐπανάσταση. Ζεῖ τήν ἐλευθερία του ἀκόμη καί μέσα σέ καθεστώτα ἐξωτερικῶν δεσμῶν καί φυλακῶν. Ὁ Ἀπόστολος Παύλος ἐσύρετο σέ φυλακές καί συναγωγές ἐπί βασιλεῖς καί ἡγεμόνας γιά τήν Ἀγάπη του στόν Ἰησοῦ. Ὅμως τί ἔλεγε : «Τῇ ἐλευθερία οὖν ἧ Χριστός ἡμᾶς ἠλευθέρωσε στήκετε καί μή πάλιν ζυγῷ δουλείας ἐνέχεσθε…» (Γαλ. ε΄, 1-2) «ἐλεύθερος γάρ ὤν ἐκ πάντων πᾶσιν ἐμαυτόν ἐδούλωσα…» (Α΄ Κορ. θ΄, 19). Μιά ἄλλη ἐλευθερία, ἐσωτερική, βαθειά, καρδιακή πού δέν σαλεύεται ἀπό τίς ἐξωτερικές μετατροπές καί ἀλλοιώσεις γεγονότων. Ἡ δημιουργία τῶν ἐθνοτήτων εἶναι παρακμιακή κατάσταση, πού προέκυψε μετά τήν σύγχυση πού ἐμφανίστηκε στά χρόνια τῆς πυργοποιίας στή Βαβέλ. Στόν παράδεισο ἕνα γένος θά ὑπάρχει : τό ἀνθρώπινο. Ὁ Ἀπόστολος Παύλος ἐνώνει τούς πάντες ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Δέν ὑπάρχει ἀνώτερος ἤ κατώτερος ἄνθρωπος. Ἄς τόν ἀκούσουμε : «Οὐκ ἔνι Ἰουδαίος οὐδέ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδέ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καί θήλυ, πάντες γάρ ὑμεῖς εἶς ἔστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Γαλ. γ΄, 28). Εἴθε, ὁ πόθος τῆς ἀγάπης νά μᾶς ἐνώνει γιά νά φτιάξουμε παναρμόνια κοινωνία ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ στήν παραδείσια πόλη τοῦ οὐρανοῦ, ὅπου οἱ Ἅγιοι Ἀνάργυροι θά μᾶς περιμένουν νά εὐφρανθοῦμε ἐνθέως. Ἀμήν.